Περίπου μισό εκατομμύριο αεί εργαζόμενοι και εκμεταλλευόμενοι, ηλικίας 65-74 ετών, τα επόμενα χρόνια


«Σε βάθος δεκαετιών, διαμορφώνεται ένα μοντέλο αγοράς εργασίας, στο οποίο περίπου ένας στους τρεις ανθρώπους ηλικίας 65-74 ετών θα συνεχίζει να εργάζεται», με βάση τις προβολές της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Ωστόσο,  «μια αύξηση των ορίων μπορεί να βελτιώνει λογιστικά τη βιωσιμότητα του συστήματος, αλλά κινδυνεύει να λειτουργήσει τιμωρητικά για εργαζόμενους που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες παραμονής στην εργασία».

Από το Γιώργη Χρήστου*

Τα παραπάνω υπογραμμίζει ανάμεσα στα άλλα ο Βαγγέλης Κουμαριανός, καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Πάντειου Πανεπιστημίου, σε συνέντευξή του στο Γιάννη Σινάπη και στην «Ελευθερία» της Μεσσηνίας και αφορμή την παρουσία του σε εκδήλωση για το ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό, που πραγματοποιήθηκε στις 17/3 στην Καλαμάτα, από συνδικαλιστικές οργανώσεις της περιοχής, μεταξύ των οποίων και το Παράρτημα Μεσσηνίας της ΠΕΣΕΚ.

Με βάση τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) το Δεκέμβριο του 2025, ο  εκτιμώμενος πληθυσμός ηλικίας 65+  είναι 2.425.064 άτομα, τα οποία αποτελούν πλέον το 23,7% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Ενώ ο συνολικός αριθμός των 65+ αυξάνεται, η συγκεκριμένη ομάδα των 65-74 ετών αποτελεί περίπου το 50,4% αυτής της κατηγορίας (1,22 εκατ. πολίτες, άντρες και γυναίκες), καθώς η επόμενη ομάδα (75-79 και 80+) παρουσιάζει επίσης σημαντική αύξηση λόγω της επιμήκυνσης του προσδόκιμου ζωής. Αυτό, με βάση τις δηλώσεις του καθηγητή του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Πάντειου Πανεπιστημίου, σημαίνει σε απλά μαθηματικά ότι τα επόμενα χρόνια, με τα σημερινά δεδομένα, 406.046 άτομα θα συνεχίσουν να γηράσκουν αεί εργαζόμενοι και εκμεταλλευόμενοι στο όνομα της δημογραφικής κρίσης .

👉 Grosso Pliatsikofication.6 - Δημογραφικό: Γηράσκω αεί εργαζόμενος και εκμεταλλευόμενος, τελικώς.

Αυτό άλλωστε επισημαίνει και ο Β. Κουμαριανός  στη συνέντευξή του στην «Ελευθερία», με το δεδομένο ότι η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στις χώρες με τον πιο γηρασμένο πληθυσμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με την Ιταλία και την Πορτογαλία. «Στο όνομα της δημογραφικής γήρανσης, το βάρος της προσαρμογής του ασφαλιστικού μεταφέρεται κυρίως στη συμπίεση του χρόνου συνταξιοδότησης και στην παράταση του εργασιακού βίου», αναφέρει και υπογραμμίζει λέγοντας ότι «η συζήτηση αυτή συχνά αγνοεί τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην πράξη η ελληνική αγορά εργασίας». Σε πολλούς κλάδους, «ιδιαίτερα σε θέσεις χαμηλής εξειδίκευσης και χαμηλών αποδοχών, οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να παραμείνουν στην εργασία μέχρι τα σημερινά όρια ηλικίας», διευκρινίζει και προσθέτει: «Πολύ συχνά η ίδια η αγορά εργασίας τους απομακρύνει πριν τα φτάσουν, μέσω ανεργίας, επισφαλών μορφών απασχόλησης ή πρόωρης εξόδου από την εργασία».

Αναφορικά με την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης, όπως αναφέρει, «αποτελεί ουσιαστικά μια παραδοχή ότι η πολιτεία αποσύρεται από την ευθύνη της κοινωνικής προστασίας, μεταφέροντας ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στα ίδια τα άτομα» και «η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ένα από τα βασικά αποτελέσματα τέτοιων μεταρρυθμίσεων είναι η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων».

👉 Grosso Pliatsikofication.8 - Όταν οι συντάξεις γίνονται εμπόρευμα: η διεθνής εμπειρία ως προειδοποίηση και όχι σαν «μεταρρυθμιστικό» εγχειρίδιο.

«Η συζήτηση για το μέλλον της κοινωνικής ασφάλισης είναι αναγκαία, αρκεί να γίνεται με νηφαλιότητα και με βάση πραγματικά δεδομένα» και «πρωτίστως χρειάζεται ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος με τη συμμετοχή των κοινωνικών φορέων, των εργαζομένων και της κοινωνίας συνολικά», αναφέρει συνεχίζοντας και επισημαίνει πως «το ασφαλιστικό δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με λογιστικούς όρους. Αφορά στον πυρήνα της κοινωνικής προστασίας, της εργασίας και της κοινωνικής ευημερίας. Για αυτόν το λόγο, οποιαδήποτε μεταρρύθμιση δεν μπορεί να σχεδιάζεται με την κοινωνία απούσα».

👉 Grosso Pliatsikofication.9 - Οι συνταξιούχοι σε μόνιμο μνημόνιο. Αφορμή η πανσυνταξιουχική συγκέντρωση στο Σύνταγμα στις 20/3.

Υπενθυμίζεται πως μία ημέρα νωρίτερα, κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου με αφορμή την εκδήλωση για το ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό στην Καλαμάτα, ο πρόεδρος της ΠΕΣΕΚ, Γρηγόρης Καλομοίρης, είχε κινηθεί στις δηλώσεις του στο ίδιο μήκος κύματος με το Β. Κουμαριανό, σχετικά με την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, το μέλλον της κοινωνικής ασφάλισης και το διάλογο, τη συζήτηση που απαιτείται για τη βιωσιμότητά του, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Μας λένε ότι το ασφαλιστικό δεν είναι βιώσιμο. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν είναι βιώσιμη μια πολιτική που θυσιάζει την κοινωνία για να υπηρετήσει τις αγορές, το ΝΑΤΟ και την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης». Για αυτό, συμπλήρωσε, και η συζήτηση για το ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό «δεν είναι τεχνοκρατικής φύσεως. Είναι βαθιά πολιτική και ταξική. Αφορά στο παρόν και στο μέλλον όλων μας».

👉 Καλομοίρης: Η συζήτηση για κοινωνική ασφάλιση είναι βαθιά πολιτική και ταξική. Αφορά στην ύπαρξη όλων μας 

👉Grosso Pliatsikofication.5 - Τα σκας χοντρά, γίνεσαι «χορηγός» των σφαγείων του, για να είσαι το καλό παιδί του ΝΑΤΟ.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Βαγγέλη Κουμαριανού:



1) Μπορεί να είναι αισιόδοξο το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος;

Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα δεν βρίσκεται σήμερα σε άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης, όπως συχνά υποστηρίζεται. Οι επίσημες αναλογιστικές μελέτες δείχνουν ότι, με βάση ορισμένες παραδοχές για την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση, το σύστημα παραμένει διαχειρίσιμο τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, η πραγματικότητα της αγοράς εργασίας δημιουργεί σημαντικές αβεβαιότητες. Ένα αναδιανεμητικό σύστημα, όπως το ελληνικό, εξαρτάται από τις εισφορές των εργαζομένων. Όταν οι μισθοί είναι χαμηλοί και η απασχόληση ασταθής, η χρηματοδοτική βάση του συστήματος αποδυναμώνεται.

Πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι η βιωσιμότητα δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι μέσο για να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική κοινωνική προστασία. Όταν η βιωσιμότητα επιδιώκεται μονομερώς με συντάξεις κάτω 700 ευρώ για το 60% των συνταξιούχων γήρατος, τότε ο ίδιος ο θεσμός απαξιώνεται στα μάτια των εργαζομένων.  Επομένως, το μέλλον του ασφαλιστικού δεν κρίνεται μόνο από τα δημοσιονομικά μεγέθη αλλά κυρίως από την ποιότητα της εργασίας, το επίπεδο των μισθών και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στον θεσμό. Αν η οικονομία δημιουργεί περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, τότε το ασφαλιστικό μπορεί να στηριχθεί σε πιο στέρεες βάσεις. Η αισιοδοξία θα πρέπει, επομένως, να βασίζεται στη συλλογική δράση των εργαζομένων για καλύτερες συνθήκες εργασίας, βελτιωμένη προστασία και αξιοπρεπείς μισθούς.

2) Πόσο υπονομεύουν το ασφαλιστικό η δημογραφική κρίση, η μετανάστευση των νέων και οι ελαστικές μορφές εργασίας;

Η δημογραφική γήρανση και η μείωση του εργατικού δυναμικού αποτελούν πράγματι σοβαρές προκλήσεις για τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης σε όλη την Ευρώπη. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι πιο έντονο, καθώς συνδυάζεται με τη μαζική μετανάστευση νέων εργαζομένων τα τελευταία χρόνια. Όταν μειώνεται ο αριθμός των εργαζομένων που καταβάλλουν εισφορές, αυξάνεται η πίεση στο σύστημα. Παράλληλα, η διάδοση χαμηλά αμειβόμενων και επισφαλών μορφών εργασίας περιορίζει το ύψος των εισφορών. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσοι εργαζόμενοι υπάρχουν αλλά και υπό ποιες συνθήκες εργάζονται.

Σε αυτή την εικόνα προστίθεται και η μεταμνημονιακή πολιτική μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών με στόχο τη μείωση του λεγόμενου «κόστους εργασίας». Όταν όμως μειώνεται η εισφοροδοτική βάση, η χρηματοδότηση του συστήματος αποδυναμώνεται. Παράλληλα, η έντονη δημογραφική κινδυνολογία συχνά παραβλέπει τις πραγματικές συνθήκες ζωής των νέων. Σε μια οικονομία όπου η εργασία γίνεται πιο εντατική, τα ωράρια επεκτείνονται και μεγάλο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται στο κόστος στέγασης, δεν είναι τυχαίο ότι οι νέοι στην Ελλάδα εγκαταλείπουν το πατρικό σπίτι κατά μέσο όρο μετά τα 30. Οι δημογραφικές εξελίξεις, επομένως, δεν είναι ανεξάρτητες από τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης.

3) Υπάρχει κίνδυνος να αυξηθούν τα όρια συνταξιοδότησης;

Η συζήτηση για αύξηση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης επανέρχεται συχνά στο δημόσιο διάλογο, κυρίως λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της δημογραφικής γήρανσης. Ήδη από το 2010 έχει θεσπιστεί διάταξη σύμφωνα με την οποία τα όρια ηλικίας επανεξετάζονται ανά τριετία σε περίπτωση αύξησης του προσδόκιμου ζωής, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει θεσμικός μηχανισμός που μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αυξήσεις στο μέλλον.

Στο όνομα της δημογραφικής γήρανσης, το βάρος της προσαρμογής μεταφέρεται κυρίως στη συμπίεση του χρόνου συνταξιοδότησης και στην παράταση του εργασιακού βίου. Οι προβολές της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής δείχνουν ότι, σε βάθος δεκαετιών, διαμορφώνεται ένα μοντέλο αγοράς εργασίας, στο οποίο περίπου ένας στους τρεις ανθρώπους ηλικίας 65-74 ετών θα συνεχίζει να εργάζεται. Ωστόσο, η συζήτηση αυτή συχνά αγνοεί τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην πράξη η ελληνική αγορά εργασίας. Σε πολλούς κλάδους, ιδιαίτερα σε θέσεις χαμηλής εξειδίκευσης και χαμηλών αποδοχών, οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να παραμείνουν στην εργασία μέχρι τα σημερινά όρια ηλικίας. Πολύ συχνά η ίδια η αγορά εργασίας τους απομακρύνει πριν τα φτάσουν, μέσω ανεργίας, επισφαλών μορφών απασχόλησης ή πρόωρης εξόδου από την εργασία. Επομένως, μια αύξηση των ορίων μπορεί να βελτιώνει λογιστικά τη βιωσιμότητα του συστήματος, αλλά κινδυνεύει να λειτουργήσει τιμωρητικά για εργαζόμενους που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες παραμονής στην εργασία.

4) Μπορεί η ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης να αποτελέσει λύση;

Η κοινωνική ασφάλιση ιστορικά συγκροτήθηκε ως θεσμός αλληλεγγύης. Βασίζεται στην αναδιανομή κινδύνων και εισοδημάτων μεταξύ γενεών και κοινωνικών ομάδων, έτσι ώστε η προστασία απέναντι σε κινδύνους όπως η γήρανση, η ασθένεια ή η αναπηρία να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τις ατομικές δυνατότητες του καθενός. Η ιδιωτική ασφάλιση λειτουργεί με διαφορετική λογική. Στηρίζεται κυρίως στην ατομική αποταμίευση και στις αποδόσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αυτό σημαίνει ότι η προστασία που προσφέρει, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ύψος των εισφορών που μπορεί να καταβάλει το άτομο και από την πορεία των αγορών. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να εγγυηθεί την ίδια καθολική και σχετικά ισότιμη προστασία, ιδιαίτερα για εργαζόμενους με χαμηλά εισοδήματα ή με διακεκομμένες εργασιακές διαδρομές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης αποτελεί ουσιαστικά μια παραδοχή ότι η πολιτεία αποσύρεται από την ευθύνη της κοινωνικής προστασίας, μεταφέροντας ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στα ίδια τα άτομα. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ένα από τα βασικά αποτελέσματα τέτοιων μεταρρυθμίσεων είναι η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Οι χαμηλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι κινδυνεύουν να μετατραπούν σε χαμηλοσυνταξιούχους, ενώ πολλά νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες, όπως η υγεία. Αντίθετα, τα υψηλότερα εισοδήματα μπορούν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη προστασία, συχνά με έμμεση κρατική στήριξη, μέσω φοροαπαλλαγών για τις εισφορές που καταβάλλουν σε ιδιωτικά προγράμματα.

5) Μπορεί ο δημόσιος διάλογος για την κοινωνική ασφάλιση να οδηγήσει σε λύσεις;

Η συζήτηση για το μέλλον της κοινωνικής ασφάλισης είναι αναγκαία, αρκεί να γίνεται με νηφαλιότητα και με βάση πραγματικά δεδομένα. Ο δημόσιος διάλογος είναι απαραίτητος τόσο θεσμικά όσο και ουσιαστικά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η λεγόμενη «λύση του ασφαλιστικού» τα προηγούμενα χρόνια συνοδεύτηκε σε μεγάλο βαθμό από την υποχώρηση ενός ήδη αποδυναμωμένου κοινωνικού διαλόγου.

Πρωτίστως χρειάζεται ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος με τη συμμετοχή των κοινωνικών φορέων, των εργαζομένων και της κοινωνίας συνολικά. Ένας τέτοιος διάλογος είναι απαραίτητος πρώτα για να κατανοήσουμε ποιο είναι πραγματικά το πρόβλημα και ποιες είναι οι αιτίες του και στη συνέχεια για να αντιπαρατεθούν με διαφάνεια οι διαφορετικές προτάσεις και λύσεις.

Το ασφαλιστικό δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με λογιστικούς όρους. Αφορά τον πυρήνα της κοινωνικής προστασίας, της εργασίας και της κοινωνικής ευημερίας. Για αυτόν τον λόγο, οποιαδήποτε μεταρρύθμιση δεν μπορεί να σχεδιάζεται με την κοινωνία απούσα.

*γραφείο Τύπου ΠΕΣΕΚ
👉Πηγή, φωτογραφία @ eleftheriaonline.gr

Σχόλια