Εκπαίδευση στην Ελλάδα: Τουρκοκρατία – Επανάσταση – Ίδρυση Ανεξάρτητου Κράτους
| «Ελληνικόν Σχολείον εν καιρώ δουλείας», ελαιογραφία του Νικόλαου Γκύζη, γνωστότερη ως «Το κρυφό σχολειό» (1885-1886) |
Η εκπαίδευση στον ελληνικό χώρο από την περίοδο της Τουρκοκρατίας έως την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους αποτελεί μια συνεχόμενη προσπάθεια διατήρησης της ταυτότητας και αναγέννησης του έθνους. Παρά τις δυσκολίες και τους περιορισμούς, η παιδεία λειτούργησε ως βασικός πυλώνας συνοχής και αντίστασης.
Από το Γιώργη Χρήστου*
Κατά την Τουρκοκρατία, η εκπαίδευση δεν εξαφανίστηκε. Οργανώθηκε και υλοποιούνταν κυρίως μέσω τοπικών σχολείων, καθώς και μέσω μεγαλύτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Τα σχολεία που λειτουργούσαν σε πόλεις και χωριά, συχνά με τη στήριξη εύπορων ελλήνων εμπόρων, συνέβαλαν στη διατήρηση της γλώσσας και της παράδοσης. Παράλληλα, σημαντικές σχολές όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή, η Πατριαρχική Ακαδημία, η Αθωνιάδα, η Πατμιάδα και η Σχολή της Χίου αποτέλεσαν κέντρα ανώτερης μόρφωσης. Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, με προσωπικότητες όπως σαν τον Κοραή και το Βούλγαρη, ενίσχυσε την ιδέα ότι η παιδεία είναι απαραίτητη για την πνευματική και εθνική αναγέννηση.
Το δημοτικό τραγούδι ως λαϊκή παιδεία
Το δημοτικό τραγούδι λειτούργησε ως ένας από τους πιο ισχυρούς άτυπους φορείς εκπαίδευσης και γλωσσικής συνέχειας κατά την Τουρκοκρατία και μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Σε μια εποχή όπου η πρόσβαση στη μόρφωση ήταν περιορισμένη και η επίσημη διδασκαλία συχνά ανύπαρκτη, τα τραγούδια αυτά έγιναν «κιβωτοί» της γλώσσας, της ιστορίας και των αξιών του λαού. Μετέφεραν μνήμες, ήθη, κοινωνικούς κώδικες και ιστορικά γεγονότα, ενώ ταυτόχρονα διατήρησαν ένα εξαιρετικά πλούσιο λεξιλόγιο — πολύ πιο πλούσιο από όσο συχνά νομίζουμε. Στα δημοτικά τραγούδια συναντά κανείς λέξεις αρχαϊκές, μεσαιωνικές, τοπικές, ποιητικές, λέξεις που περιγράφουν τη φύση, τον πόλεμο, τον έρωτα, την καθημερινή ζωή με ακρίβεια και δύναμη. Έτσι, το δημοτικό τραγούδι δεν ήταν απλώς ψυχαγωγία· ήταν μια μορφή λαϊκής παιδείας που κράτησε ζωντανή τη γλώσσα, την ταυτότητα και τη συλλογική μνήμη, σε εποχές όπου η δεν υπήρχε καν «επίσημη εκπαίδευση» για να μπορεί να το κάνει.
Ο εθνικός μύθος του κρυφού σχολειού
Όσον αφορά στο κρυφό σχολειό, η ιστορική βάση του οποίου βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στον εθνικό μύθο και την ιστορική πραγματικότητα, η επικρατούσα ιστορική άποψη σήμερα θεωρεί ότι δεν υπήρξε ως οργανωμένος θεσμός. Ήταν και παραμένει μια ισχυρή ιστορική αλληγορία που συμπυκνώνει τις πραγματικές δυσκολίες της ελληνικής παιδείας στα πρώτα, σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι, τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα και μετά, η εκπαίδευση των Ελλήνων δεν ήταν επίσημα θεσμικά απαγορευμένη από την οθωμανική διοίκηση. Άλλωστε, μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί διατάγματα που να απαγορεύουν τη λειτουργία ελληνικών σχολείω.
Ωστόσο, ο μύθος του δε γεννήθηκε τυχαία. Σε πολλές περιοχές, τοπικοί πασάδες ή φανατικοί αξιωματούχοι μπορούσαν να παρενοχλούν δασκάλους ή να κλείνουν σχολεία, αναγκάζοντας τους μαθητές να συνεχίζουν τη μάθηση σε πιο άτυπες ή κρυφές συνθήκες. Επιπλέον, πολλά παιδιά εργάζονταν την ημέρα και παρακολουθούσαν μαθήματα μόνο τη νύχτα, με το φως του καντηλιού, γεγονός που ενίσχυσε την εικόνα μιας «μυστικής» εκπαίδευσης. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι καθοριστικός παράγοντας που συνέβαλε καθοριστικά στο μύθο του κρυφού σχολειού, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τον πίνακα του Νικολάου Γύζη και το ποίημα «Φεγγαράκι μου λαμπρό», που αποτύπωσαν συναισθηματικά αυτό που ο λαός πίστευε ότι είχε συμβεί.
Καποδίστριας και αλληλοδικακτικά σχολεία
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821, η εκπαιδευτική δραστηριότητα διακόπηκε σε μεγάλο βαθμό λόγω των πολεμικών συγκρούσεων. Ωστόσο, σε περιοχές που απελευθερώνονταν δημιουργούνταν πρόχειρα σχολεία για τα παιδιά των αγωνιστών, ενώ η Φιλική Εταιρεία είχε ήδη αναγνωρίσει τη σημασία της μόρφωσης για την προετοιμασία του αγώνα. Μετά το 1827, ο Ιωάννης Καποδίστριας έθεσε την εκπαίδευση και την αυτοδιδασκαλία στο επίκεντρο της κρατικής οργάνωσης, ιδρύοντας αλληλοδιδακτικά σχολεία, ορφανοτροφεία και την Κεντρική Σχολή στην Αίγινα, προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα ενιαίο σύστημα παιδείας μέσα σε συνθήκες φτώχειας και αστάθειας.
Αν κοιτάξει κανείς τη μακρά διαδρομή της ελληνικής εκπαίδευσης, από την Τουρκοκρατία έως την ίδρυση του ανεξάρτητου κράτους, η αυτοδιδασκαλία εμφανίζεται ως ένας αθόρυβος αλλά καθοριστικός μηχανισμός συνέχειας. Στις περιόδους όπου οι θεσμοί ήταν αδύναμοι, τα σχολεία λιγοστά ή κατεστραμμένα και οι συνθήκες ασταθείς, η γνώση δε σταμάτησε να μεταδίδεται· απλώς άλλαξε μορφή. Ο υπόδουλος πληθυσμός μάθαινε γράμματα μέσα από άτυπες πρακτικές, οι έμποροι και οι λόγιοι μορφώνονταν μόνοι τους για να σταθούν στον κόσμο, οι αγωνιστές του ’21 διάβαζαν ό,τι έβρισκαν για να κατανοήσουν τον αγώνα τους, και οι πρώτοι πολίτες του νέου κράτους προσπαθούσαν να μορφωθούν με ελάχιστα μέσα. Έτσι, η αυτοδιδασκαλία λειτουργεί ως ο αόρατος ιστός που ενώνει τις εποχές: μια διαρκής υπενθύμιση ότι η παιδεία δεν εξαρτάται μόνο από θεσμούς, αλλά και από την εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να μάθει, να εξελιχθεί και να διεκδικήσει το μέλλον του.
Ίδρυση Πανεπιστημίου Αθηνών, 1837
Με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, η εκπαίδευση απέκτησε για πρώτη φορά θεσμικό χαρακτήρα. Το κράτος ανέλαβε την οργάνωση και εποπτεία της, θεσπίζοντας νόμους για τη στοιχειώδη εκπαίδευση και δημιουργώντας τις πρώτες δομές για την κατάρτιση δασκάλων. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1837 αποτέλεσε ορόσημο, καθώς ήταν το πρώτο πανεπιστήμιο στα Βαλκάνια και σύμβολο της προσπάθειας του νέου κράτους να ενταχθεί στον ευρωπαϊκό πνευματικό χώρο. Η εκπαίδευση συνδέθηκε άμεσα με την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης και την οικοδόμηση μιας σύγχρονης κοινωνίας.
Η δημόσια εκπαίδευση σήμερα
Τα προαναφερόμενα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα καθώς αποδεικνύουν ότι είναι βαθιά κοινωνικό και διαχρονικό το ζήτημα της δημόσιας εκπαίδευσης, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με πιέσεις, αλλαγές και αμφισβητήσεις, όπως: η εμπορευματοποίηση του δημόσιου σχολείου και η μετάλλαξη του «δωρεάν» σε «πληρώστε αδρά γονείς», η δυνητική αργία της Χρύσας Χοτζόγλου, με τη βούλα του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, οι χιλιάδες διώξεις εκπαιδευτικών επί παντός επιστητού με την απειλή της απόλυσης, η ισοπέδωση των δικαιωμάτων τους, ο ταξικός χαρακτήρας στα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών, οι διαγραφές φοιτητών κ.λπ.
Υπενθυμίζουν ένα πράγμα: Διαχρονικά και ιστορικά ότι η παιδεία δεν είναι απλώς ένας θεσμός, αλλά ένας συνεχής αγώνας για γνώση, ισότητα και συλλογική πρόοδο — ένας αγώνας που σε κάθε εποχή καλούμαστε να επαναπροσδιορίσουμε και να υπερασπιστούμε το δημόσιο αυτό αγαθό με ταξικού όρους, για τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι των αγορών.
*γραφείο Τύπου ΠΕΣΕΚ
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου