Το «ρεκόρ» των εργαζόμενων συνταξιούχων αποκαλύπτει μια σκληρή πραγματικότητα: χιλιάδες άνθρωποι συνεχίζουν να εργάζονται όχι επειδή το επιλέγουν, αλλά επειδή δεν μπορούν να ζήσουν μόνο από τη σύνταξή τους – Την ίδια ώρα, οι νέοι αναζητούν εναγωνίως μια θέση εργασίας.
Πάνω από 300.000 συνταξιούχοι εμφανίζονται σήμερα να εργάζονται, σύμφωνα με τα στοιχεία του e-ΕΦΚΑ για τον Σεπτέμβριο του 2026. Πρόκειται για μια θεαματική αύξηση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, η οποία δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως αποτέλεσμα της επιθυμίας των συνταξιούχων να παραμείνουν ενεργοί επαγγελματικά.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται και μια διαφορετική, πιο δύσκολη πραγματικότητα: για ένα μεγάλο μέρος των συνταξιούχων, η εργασία δεν αποτελεί επιλογή αλλά οικονομική ανάγκη.
Η ακρίβεια, το αυξημένο κόστος στέγασης και ενέργειας, οι καθημερινές δαπάνες, αλλά και η ανάγκη οικονομικής στήριξης παιδιών και εγγονιών, έχουν δημιουργήσει συνθήκες στις οποίες η σύνταξη συχνά δεν επαρκεί για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Έτσι, η επιστροφή στην εργασία ή η συνέχιση της επαγγελματικής δραστηριότητας μετά τη συνταξιοδότηση γίνεται για πολλούς μονόδρομος.
36.000 οι αποσυνταξιοδοτήσεις το 2023, πάνω από 300.000 σήμερα
Καθοριστικό ρόλο στην εκρηκτική αύξηση έχει διαδραματίσει και η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου. Με το άρθρο 114 του ν. 5078/2023, από την 1η Ιανουαρίου 2024 καταργήθηκε η προηγούμενη περικοπή κατά 30% της σύνταξης για όσους συνταξιούχους εργάζονται και θεσπίστηκε πόρος υπέρ του e-ΕΦΚΑ, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2023, όταν ίσχυε η περικοπή της σύνταξης για τους εργαζόμενους συνταξιούχους, περίπου 36.000 συνταξιούχοι είχαν δηλώσει την απασχόλησή τους. Με την εφαρμογή του νέου καθεστώτος, ο αριθμός αυτός αυξήθηκε κατακόρυφα.
Παράλληλα, όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι —και κυρίως ελεύθεροι επαγγελματίες— επιλέγουν να συνταξιοδοτούνται νωρίτερα, αξιοποιώντας τη δυνατότητα εξαγοράς πλασματικών ετών, και συνεχίζουν να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότησή τους.
Ωστόσο, η κατάργηση της περικοπής δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι εργάζονται μετά τη συνταξιοδότηση το κάνουν επειδή απλώς «θέλουν να δουλεύουν». Για πολλούς, η δυνατότητα να διατηρήσουν ολόκληρη τη σύνταξή τους και να προσθέσουν σε αυτήν ένα ακόμη εισόδημα είναι ακριβώς αυτό που τους επιτρέπει να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις.
Τι δείχνουν τα στοιχεία του e-ΕΦΚΑ
Με βάση τα στοιχεία για τον Σεπτέμβριο του 2026, έχουν υποβληθεί συνολικά 354.131 δηλώσεις απασχόλησης συνταξιούχων. Ο αριθμός των δηλώσεων δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με τον αριθμό των προσώπων, καθώς ένας συνταξιούχος μπορεί να έχει περισσότερες από μία δηλώσεις απασχόλησης.
Αναλυτικά:
- 139.321 είναι αγρότες.99.179 είναι μισθωτοί.
- 76.130 είναι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι.
- 1.745 αμείβονται με Παραστατικά Παρεχόμενων Υπηρεσιών.
- 1.184 αμείβονται με εργόσημο του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
- 1.146 είναι μισθωτοί μηχανικοί και έμμισθοι δικηγόροι.
- 721 απασχολούνται σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και είναι κάτω των 62 ετών.
- 247 αμείβονται με εργόσημο του πρώην ΟΓΑ.
Ως προς το φύλο, οι άνδρες ανέρχονται σε 191.919 και οι γυναίκες σε 120.800.
Σε ό,τι αφορά την κατηγορία σύνταξης, 287.360 είναι συνταξιούχοι γήρατος, ενώ 23.687 λαμβάνουν σύνταξη αναπηρίας από κοινή νόσο, εργατικό ατύχημα, ατύχημα εκτός εργασίας ή επαγγελματική νόσο. Επιπλέον, 1.194 είναι συνταξιούχοι γήρατος λόγω αναπηρίας του ν. 612/1977 και των νόμων που παραπέμπουν σε αυτόν.
Όταν η σύνταξη δε φτάνει
Η εικόνα των εργαζόμενων συνταξιούχων πρέπει να εξεταστεί και υπό το πρίσμα της επάρκειας των συντάξεων. Ένας άνθρωπος που έχει συμπληρώσει τον εργασιακό του βίο και έχει συνταξιοδοτηθεί θα μπορούσε εύλογα να θεωρεί ότι η σύνταξη αποτελεί το εισόδημα που θα του επιτρέψει να αποχωρήσει από την αγορά εργασίας. Όταν όμως το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί για την κάλυψη των βασικών αναγκών, η συνταξιοδότηση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και πραγματική έξοδο από την εργασία.
Έτσι δημιουργείται μια παράδοξη κατάσταση: άνθρωποι που έχουν ήδη συμπληρώσει τα απαιτούμενα χρόνια για συνταξιοδότηση αναγκάζονται να συνεχίσουν να εργάζονται, επειδή το εισόδημά τους δεν επαρκεί για να ζήσουν όπως θα ήθελαν.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των αυτοαπασχολούμενων και των αγροτών, για τους οποίους η επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί να συνεχίζεται για πολλά χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση, είτε επειδή το εισόδημα είναι απαραίτητο είτε επειδή η αποχώρηση από την επαγγελματική δραστηριότητα είναι πρακτικά δύσκολη.
Το άλλο πρόσωπο του φαινομένου: οι νέοι στην αγορά εργασίας. Η μαζική παρουσία συνταξιούχων στην αγορά εργασίας δημιουργεί, παράλληλα, ένα εύλογο ερώτημα: τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη για τις ευκαιρίες απασχόλησης των νεότερων ανθρώπων;
Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι κάθε θέση εργασίας που καταλαμβάνει ένας συνταξιούχος θα καταλαμβανόταν αυτομάτως από έναν νέο. Υπάρχουν διαφορετικές ειδικότητες, διαφορετικές απαιτήσεις, ελλείψεις προσωπικού σε συγκεκριμένους κλάδους και θέσεις που ένας εργοδότης ενδέχεται να μην καλύψει καθόλου εάν δεν βρει το κατάλληλο προσωπικό.
Ωστόσο, σε ορισμένους κλάδους και ιδιαίτερα σε θέσεις χαμηλότερης ή μεσαίας εξειδίκευσης, η παραμονή ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας στην εργασία μπορεί να περιορίζει την ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού και να μειώνει τις διαθέσιμες ευκαιρίες εισόδου για τους νεότερους.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια χώρα που αντιμετωπίζει δημογραφική συρρίκνωση και ταυτόχρονα προσπαθεί να κρατήσει τους νέους στην Ελλάδα. Όταν ένας 65χρονος ή 70χρονος συνεχίζει να εργάζεται επειδή δεν μπορεί να ζήσει μόνο από τη σύνταξή του, ενώ ένας νέος δυσκολεύεται να βρει την πρώτη του σταθερή δουλειά, δημιουργείται ένα κοινωνικό και οικονομικό παράδοξο.
Η λύση, βέβαια, δεν είναι να στερηθεί ο συνταξιούχος το δικαίωμα στην εργασία. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι η οικονομική ανάγκη οδηγεί ανθρώπους να εργάζονται σε ηλικίες στις οποίες θα έπρεπε να μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα αν θέλουν να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα.
Η εμπειρία των μεγαλύτερων δεν πρέπει να μετατρέπεται σε υποχρέωση. Υπάρχει αναμφίβολα και η άλλη πλευρά. Πολλοί συνταξιούχοι επιθυμούν να παραμείνουν επαγγελματικά ενεργοί, να αξιοποιήσουν την εμπειρία και την τεχνογνωσία τους ή απλώς να διατηρήσουν έναν ενεργό κοινωνικό ρόλο. Η εργασία σε μεγαλύτερη ηλικία μπορεί να αποτελεί συνειδητή και απολύτως θεμιτή επιλογή.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να απομακρυνθούν οι συνταξιούχοι από την αγορά εργασίας. Είναι να μην εξαναγκάζονται να παραμένουν σε αυτήν επειδή η σύνταξή τους δεν επαρκεί.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται να δημιουργηθούν περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες για τους νέους, ώστε η παρουσία των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων να μην λειτουργεί ως εμπόδιο στην είσοδο της νέας γενιάς στην αγορά εργασίας.
Ένα ρεκόρ που χρειάζεται διαφορετική ανάγνωση. Οι περισσότεροι από 300.000 εργαζόμενοι συνταξιούχοι αποτελούν αναμφίβολα ένα νέο δεδομένο για την ελληνική αγορά εργασίας. Η θεαματική αύξηση μετά το 2024 συνδέεται με το νέο θεσμικό πλαίσιο, αλλά πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν διαφορετικές πραγματικότητες.
Για κάποιους πρόκειται για επιλογή. Για πολλούς άλλους, όμως, πρόκειται για ανάγκη. Και αυτή ίσως είναι η πιο σημαντική διάσταση του φαινομένου. Μια κοινωνία δεν μπορεί να θεωρεί επιτυχία το γεγονός ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι που έχουν φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης χρειάζεται να συνεχίσουν να εργάζονται για να τα βγάλουν πέρα.
Την ίδια στιγμή, η παρουσία τους στην αγορά εργασίας πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με την ανάγκη των νέων να βρουν δουλειά, να αποκτήσουν επαγγελματική εμπειρία και να δημιουργήσουν τη δική τους οικονομική και οικογενειακή ζωή.
Το ζητούμενο δεν είναι ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στους νέους και τους συνταξιούχους. Είναι μια αγορά εργασίας στην οποία ο μεγαλύτερος σε ηλικία εργαζόμενος θα εργάζεται επειδή το επιθυμεί και ο νέος θα μπορεί να βρει δουλειά επειδή υπάρχουν πραγματικές ευκαιρίες.
Μέχρι τότε, το ρεκόρ των εργαζόμενων συνταξιούχων δεν αποτελεί μόνο ένδειξη μεγαλύτερης συμμετοχής στην αγορά εργασίας. Αποτελεί και ένα ισχυρό μήνυμα για το πόσο δύσκολα τα βγάζουν πέρα πολλά νοικοκυριά ακόμη και μετά τη συνταξιοδότηση.
Η θέση της ΠΕΣΕΚ
Η ΠΕΣΕΚ καταγγέλλει την πολιτική που οδηγεί όλο και περισσότερους συνταξιούχους πίσω στην εργασία, επειδή οι συντάξεις δεν επαρκούν για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Η λεγόμενη αποσυνταξιοδότηση δεν αποτελεί πραγματικά ελεύθερη επιλογή, αλλά αποτέλεσμα της συστηματικής υποβάθμισης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, της ακρίβειας και της συνολικής επίθεσης στην κοινωνική ασφάλιση.Η επιστροφή των συνταξιούχων στην εργασία, αντί να αποτελεί λύση για το ασφαλιστικό και το δημογραφικό, αναδεικνύει την αποτυχία του κράτους να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συντάξεις. Ταυτόχρονα, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο που πλήττει και τη νέα γενιά, καθώς αντί για μόνιμες θέσεις εργασίας και ουσιαστική ανανέωση του εργατικού δυναμικού, ανακυκλώνεται η ανάγκη εργασίας ανθρώπων που έχουν ήδη συμπληρώσει τον εργασιακό τους βίο.
Η ΠΕΣΕΚ υπογραμμίζει ότι οι συνταξιούχοι και οι εργαζόμενοι όλων των ηλικιών δεν έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα. Έχουν κοινό συμφέρον απέναντι στην πολιτική που αντιμετωπίζει την εργασία, την κοινωνική ασφάλιση και τη σύνταξη ως κόστος. Η σύνταξη αποτελεί δικαίωμα που κατακτήθηκε με δεκαετίες εργασίας και εισφορών και όχι παροχή που εξαρτάται από τη δυνατότητα του συνταξιούχου να συνεχίζει να εργάζεται.
Η ΠΕΣΕΚ διεκδικεί αξιοπρεπείς συντάξεις και πραγματικές αυξήσεις που να καλύπτουν το κόστος ζωής, άμεση επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης/μισθού και αποκατάσταση των απωλειών που υπέστησαν οι συνταξιούχοι. Διεκδικεί επίσης την επιστροφή των απωλειών και των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, δίκαιο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων, κατάργηση των επιβαρύνσεων που μειώνουν το εισόδημά τους και λέει όχι στη φοροληστεία.
Παράλληλα, απαιτεί μόνιμες προσλήψεις σε Παιδεία, Υγεία, Πρόνοια και Κοινωνική Ασφάλιση, μονιμοποίηση των συμβασιούχων και ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών, αντί για την ανακύκλωση συνταξιούχων στην αγορά εργασίας και τη διοχέτευση δημόσιων πόρων σε πολεμικές δαπάνες και σε προνόμια του μεγάλου κεφαλαίου.
Η θέση της ΠΕΣΕΚ είναι σαφής: κανένας συνταξιούχος δεν πρέπει να αναγκάζεται να επιστρέφει στη δουλειά για να επιβιώσει. Η σύνταξη είναι δικαίωμα, η αξιοπρεπής διαβίωση είναι δικαίωμα και ο αγώνας των συνταξιούχων είναι κοινός με τον αγώνα των εργαζομένων και της νέας γενιάς.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου