Grosso Pliatsikofication.11 - «Αποσυνταξιοδότηση»: η βίαιη επιστροφή των συνταξιούχων στο μεροκάματο
Η σύγχρονη πραγματικότητα στην Ελλάδα του 2026 σημαδεύεται από μια πρωτοφανή κοινωνική ανατροπή, όπου άνθρωποι που θα έπρεπε να απολαμβάνουν τους καρπούς δεκαετιών μόχθου μετατρέπονται στους πιο σκληρά εκμεταλλευόμενους εργαζομένους για να κρατήσουν όρθια τα σπίτια τους.
Από το Γιώργη Χρήστου*
Η λεγόμενη «αποσυνταξιοδότηση» ή «μισθωτή συνταξιοδότηση» δεν αποτελεί μια ελεύθερη επιλογή απασχόλησης. Είναι η κορύφωση της ολομέτωπης επίθεσης των (μετα)μνημονιακών κυβερνήσεων, όπως η σημερινή κυβέρνηση Μητσοτάκη, του κεφαλαίου, των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων στα δικαιώματα των απομάχων της εργασίας. Είναι πολιτική επιλογή. Είναι ρωγμή.
Ρωγμή στο κοινωνικό συμβόλαιο, στο αυτονόητο, στο δικαίωμα του ανθρώπου να κλείσει τον κύκλο της εργασιακής του ζωής με αξιοπρέπεια. Είναι η στιγμή που το κράτος κοιτά το συνταξιούχο και του λέει: «Δεν τελείωσες. Δεν δικαιούσαι ανάπαυση. Γύρνα πίσω και δούλευε μέχρι τον τάφο (σου)».
Και πίσω πού; Σε μια αγορά εργασίας που ήδη λειτουργεί ως μηχανή άλεσης: ελαστικά ωράρια, συμβάσεις-σκιές, μισθοί που δε φτάνουν ούτε για τα βασικά. Σε μια οικονομία που, αντί να επενδύει στη νέα γενιά, επιλέγει να ανακυκλώνει τους ανθρώπους που έχουν ήδη δώσει τέσσερις δεκαετίες από τη ζωή τους.
Ήδη, ο αριθμός των συνταξιούχων που έχουν επιστρέψει με τη βία στην εργασία πλησιάζει τους 300.000, σημειώνοντας μια τρομακτική αύξηση από τις μόλις 36.000 που καταγράφονταν πριν από την κατάργηση της περικοπής της σύνταξης κατά 30% για τους συνταξιούχους που συνέχιζαν να εργάζονται.
Αυτή η μαζική επιστροφή στην εργασία αναδεικνύει την παταγώδη αποτυχία του κράτους να εγγυηθεί μια αξιοπρεπή διαβίωση, καθώς σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Έκθεσης «ΗΛΙΟΣ», το 60% των συνταξιούχων επιβιώνει με λιγότερα από 1.000 ευρώ μεικτά, ενώ η αγοραστική δύναμη έχει υποχωρήσει σε επίπεδα προ δεκαπενταετίας λόγω της ακρίβειας στα είδη πρώτης ανάγκης και της ενέργειας που καλπάζει με διψήφια ποσοστά.
Σύμφωνα με τον Βαγγέλη Κουμαριανό, καθηγητή Θεωρητικών Προσεγγίσεων και Πολιτικών Κοινωνικής Ασφάλισης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με βάση τις προβολές της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, «σε βάθος δεκαετιών, διαμορφώνεται ένα μοντέλο αγοράς εργασίας, στο οποίο περίπου ένας στους τρεις ανθρώπους ηλικίας 65-74 ετών θα συνεχίζει να εργάζεται». Ωστόσο, «μια αύξηση των ορίων μπορεί να βελτιώνει λογιστικά τη βιωσιμότητα του συστήματος, αλλά κινδυνεύει να λειτουργήσει τιμωρητικά για εργαζόμενους που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες παραμονής στην εργασία».
Με βάση τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) το Δεκέμβριο του 2025, ο εκτιμώμενος πληθυσμός ηλικίας 65+ είναι 2.425.064 άτομα, τα οποία αποτελούν πλέον το 23,7% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Ενώ ο συνολικός αριθμός των 65+ αυξάνεται, η συγκεκριμένη ομάδα των 65-74 ετών αποτελεί περίπου το 50,4% αυτής της κατηγορίας (≈1,22 εκατ. πολίτες, άντρες και γυναίκες), καθώς η επόμενη ομάδα (75-79 και 80+) παρουσιάζει επίσης σημαντική αύξηση λόγω της επιμήκυνσης του προσδόκιμου ζωής. Τι σημαίνουν τα παραπάνω σε απλά μαθηματικά, με βάση τα λεγόμενα του Β. Κουμαριανού; Ότι τα επόμενα χρόνια, 406.046 άτομα θα συνεχίσουν να γηράσκουν αεί εργαζόμενοι και εκμεταλλευόμενοι στο όνομα της δημογραφικής κρίσης.
Να μιλήσουμε και τεχνικά διότι οι αριθμοί δεν λένε ποτέ ψέματα; Σύμφωνα με ευρωπαϊκές μελέτες, κάθε χρόνος εργασίας μετά τα 65 αυξάνει τον κίνδυνο επαγγελματικής εξουθένωσης και επιβαρύνει την υγεία δυσανάλογα. Η υποκατάσταση νέων εργαζομένων από συνταξιούχους μειώνει τη συνολική παραγωγικότητα, γιατί το σύστημα χάνει φρέσκιες δεξιότητες και τεχνολογική προσαρμοστικότητα.
Η επιστροφή των συνταξιούχων στην εργασία δεν «σώζει» τα ασφαλιστικά ταμεία· αντίθετα, μειώνει την πίεση για διαρθρωτικές λύσεις και διαιωνίζει την υποχρηματοδότηση. Κάθε θέση που καλύπτεται από συνταξιούχο είναι μια θέση που δεν ανοίγει ποτέ για νέο εργαζόμενο — και αυτό δεν είναι «ανάπτυξη», είναι στασιμότητα με άλλο όνομα.
Σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον, οι συνταξιούχοι παραμένουν οι μοναδικοί στυλοβάτες της ελληνικής οικογένειας, στηρίζοντας παιδιά που είναι θύματα της εργασιακής ανασφάλειας και εγγόνια που αδυνατούν να καλύψουν το κόστος σπουδών, την ώρα που η κυβέρνηση τους αντιμετωπίζει με ωμό εμπαιγμό, βαφτίζοντας «κοινωνική πολιτική» τον εξαναγκασμό τους σε εργασία μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Ενώ το πολιτικό προσωπικό επικαλείται δημοσιονομικούς περιορισμούς για να αρνηθεί την επιστροφή των κλεμμένων, μοιράζει δισεκατομμύρια σε απευθείας αναθέσεις, σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές στο μεγάλο κεφάλαιο και πολεμικούς εξοπλισμούς, μετατρέποντας τη χώρα σε ορμητήριο πολέμου και τον λαό σε στόχο αντιποίνων.
Να το ξαναπούμε: η «αποσυνταξιοδότηση» δεν είναι κοινωνική μέριμνα. Είναι εξαναγκασμός μεταμφιεσμένος σε ευελιξία. Είναι λογιστική βαρβαρότητα. Είναι η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι «πόρος» που πρέπει να εξαντληθεί μέχρι την τελευταία σταγόνα. Είναι η μετατροπή της σύνταξης από δικαίωμα σε επιδότηση υπό όρους.
Και οι όροι αυτοί ποιοι είναι;Να δουλεύεις μέχρι να μη μπορείς. Να επιστρέφεις επειδή η σύνταξη δεν φτάνει. Να «επιλέγεις» την εργασία επειδή η ακρίβεια σε σπρώχνει στον τοίχο.
Η Πανελλήνια Ένωση Συνταξιούχων Εκπαιδευτικών (ΠΕΣΕΚ) υψώνει τη φωνή της ενάντια σε αυτή τη βαρβαρότητα, καταγγέλλοντας την πολιτική εξαπάτηση της «ψηφιακής Ελλάδας» που κρύβει την εξαθλίωση και την απαξίωση της κοινωνικής ασφάλισης που μετατρέπεται σε ατομικό ρίσκο και «κουμπαρά» για τους επιχειρηματικούς ομίλους.
Οι εργαζόμενοι —νέοι και παλιοί— έχουν κοινά ταξικά συμφέροντα και όχι αντικρουόμενα. Είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας. Και η «αποσυνταξιοδότηση» σπάει αυτή την αλυσίδα: σπρώχνει τους νέους στην ανεργία, τους μεγαλύτερους στην εξάντληση, και όλους μαζί σε μια αγορά εργασίας όπου η αξία της ανθρώπινης ζωής μετριέται σε «κόστος» και «ωφέλεια».
Ο αγώνας της ΠΕΣΕΚ είναι ένας αγώνας για την επιβίωση. Και ο αγώνας αυτός είναι κοινός με τους υπόλοιπους συνταξιούχους και όλους τους εργαζομένους. Η απάντηση όλων πρέπει να είναι καθαρή, αγωνιστική και αδιαπραγμάτευτη, διότι η σύνταξη δεν είναι χάρη. Είναι δικαίωμα. Διότι η ξεκούραση δεν είναι προνόμιο. Είναι κατάκτηση. Και κανείς δεν πρέπει να γυρίζει στη δουλειά επειδή το σύστημα αρνείται να στηρίξει αυτούς που το στήριξαν μια ζωή.
Μια κοινωνία που ζητά από τους συνταξιούχους να ξαναμπούν στο μεροκάματο είναι κοινωνία που έχει χάσει τον προσανατολισμό της. Και είναι δουλειά των εργαζομένων —όλων των γενεών— να της τον ξαναδώσουν.
Στο πλαίσιο αυτό, σπάζοντας τον τρόμο και την ηττοπάθεια, η ΠΕΣΕΚ δηλώνει ότι δε δέχεται οι συνταξιούχοι να ζήσουν με τα ψίχουλα της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Οι διεκδικήσεις της παραμένουν αδιαπραγμάτευτες και ξεκινούν από την άμεση επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης/μισθού μέχρι την πραγματική αύξηση στο σύνολο των αποδοχών που να καλύπτει το πραγματικό κόστος ζωής.
Απαιτεί την πλήρη αποκατάσταση των απωλειών της τελευταίας 15ετίας που υπερβαίνουν τα 50 δισ. ευρώ, την επιστροφή των κλεμμένων αποθεματικών από τα ασφαλιστικά ταμεία και έναν δίκαιο τρόπο υπολογισμού της σύνταξης στα 30 χρόνια εργασίας με βάση τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας του συντάξιμου μισθού. Παράλληλα, παλεύει για την οριστική κατάργηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και της εισφοράς υγείας (ΕΟΠΥΥ), τη θέσπιση μηδενικού ΦΠΑ στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και τη φορολόγηση των υπερκερδών των τραπεζών.
Αντί για την ανακύκλωση συνταξιούχων στην αγορά εργασίας, απαιτεί μόνιμες προσλήψεις σε παιδεία, υγεία, πρόνοια και κοινωνική ασφάλιση, τη μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων και τον τερματισμό των πολεμικών δαπανών που στερούν πόρους από τις κοινωνικές ανάγκες.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου