🔵90ή ΔΕΘ: Ποιος πληρώνει την «ανάπτυξη»; Οι υποσχέσεις αλλάζουν, ο λογαριασμός μένει και τον πληρώνουν τα «συνήθη υποζύγια»
| Το μπλοκ της ΠΕΣΕΚ κατά τη συγκέντρωση των εργατικών και συνταξιουχικών σωματείων, που έγινε στη Θεσσαλονίκη, το Σάββατο 5 Σεπτέμβρη 2026, στο πλαίσιο της 90ής ΔΕΘ, και στο οποίο συμμετείχαν μέλη από το Δ.Σ. και την Αθήνα, καθώς και μέλη από τα Παραρτήματά της στην Ηλεία, στην Ημαθία, στην Καρδίτσα-Τρίκαλα, στην Κοζάνη και στην Πέλλα | Φωτογραφία @ Παράρτημα Καρδίτσας-Τρικάλων της ΠΕΣΕΚ |
Έφτασε ξανά η ΔΕΘ και μαζί οι γνωστές υποσχέσεις για «ανάπτυξη», «νέο παραγωγικό μοντέλο», «φορολογική δικαιοσύνη» και καλύτερες μέρες για τον λαό. Μας λένε ξανά ότι αν μεγαλώσει η «πίτα», θα μεγαλώσει και η ευημερία. Η πραγματικότητα όμως αποδεικνύει το αντίθετο. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν από 11% του ΑΕΠ το 2019 σε σχεδόν 17% το 2025, ενώ τα κέρδη των ομίλων σε τρόφιμα, Ενέργεια, τράπεζες, κατασκευές και μεταφορές εκτοξεύτηκαν.
Την ίδια στιγμή, την περίοδο 2018–2024, ο μέσος ονομαστικός μισθός αυξήθηκε μόλις 12%, ενώ οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν 32% και της ηλεκτρικής ενέργειας 33,5%. Δηλαδή, η «ανάπτυξη» δεν μεταφράστηκε σε πραγματική βελτίωση της ζωής των εργαζομένων αλλά ούτε και των συνταξιούχων
Αντίθετα, οι άδικοι έμμεσοι φόροι αυξήθηκαν κατά 68,45%, ενώ ο ΕΦΚ αυξήθηκε κατά 5,1%. Οι άμεσοι φόροι των αυτοαπασχολούμενων αυξήθηκαν κατά 40%, με την κατάργηση του αφορολόγητου, το τεκμαρτό εισόδημα και τα νέα ψηφιακά εργαλεία φορολόγησης. Παράλληλα, μισθωτοί και συνταξιούχοι επιβαρύνονται από τη μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Ο λαός σηκώνει περίπου το 95% του συνόλου των φόρων.
Η ίδια κατάσταση αποτυπώνεται στα χρέη. Περίπου 4 εκατομμύρια φορολογούμενοι χρωστούν συνολικά 114,5 δισ. ευρώ, ενώ οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία αυξήθηκαν κατά 18%. Οι «χαμένες» ρυθμίσεις οφειλών ξεπερνούν το 50% του συνόλου. Και οι καταθέσεις των λαϊκών νοικοκυριών δεν μένουν ανεπηρέαστες: πάνω από 23 δισ. ευρώ αγοραστικής δύναμης έχουν χαθεί λόγω των εξευτελιστικών τραπεζικών επιτοκίων σε σχέση με τον πληθωρισμό.
Μας λένε επίσης ότι πρέπει να αυξηθούν οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ ώστε να πλησιάσουμε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 21,5%. Όμως, ακόμη κι αν η Ελλάδα φτάσει αυτό το ποσοστό, δεν αλλάζει από μόνο του το ποιος κερδίζει και ποιος πληρώνει.
Το ίδιο ισχύει και για το «νέο παραγωγικό μοντέλο». Η αύξηση της παραγωγικότητας και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας δεν σημαίνουν αυτόματα καλύτερους μισθούς. Στον καπιταλισμό, η αύξηση της παραγωγικότητας συνοδεύεται από προσπάθεια διεύρυνσης της ψαλίδας ανάμεσα σε μισθούς και παραγωγικότητα, ώστε να αυξάνονται τα κέρδη.
Η ανισότητα δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Οι πραγματικοί μισθοί στην Ευρωζώνη βρίσκονται ακόμη κάτω από τα επίπεδα του 2021, ενώ η περιουσία των 10 πλουσιότερων ανθρώπων στον κόσμο τετραπλασιάστηκε μεταξύ 2000 και 2025 και αντιστοιχεί στην εργασία 1 εκατομμυρίου Αμερικανών εργαζομένων για ολόκληρη τη ζωή τους.
Στην Ελλάδα, το κεφάλαιο επενδύει εκεί όπου εξασφαλίζει το μεγαλύτερο κέρδος. Γι' αυτό την τελευταία 20ετία κυριάρχησαν οι επενδύσεις στον τουρισμό και το real estate. Από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ο τουρισμός και τα ακίνητα απορρόφησαν διπλάσιο ποσοστό από τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, ενώ περίπου 50% της συνολικής χρηματοδότησης διοχετεύτηκε σε δίκτυα και δημόσιες υποδομές.
Η περιβόητη στροφή στις «ποιοτικές παραγωγικές επενδύσεις» σημαίνει νέα κρατική στήριξη προς τους μεγάλους ομίλους, με πόρους που τελικά προέρχονται από τον λαό. Στο επίκεντρο βρίσκονται και επενδύσεις που συνδέονται με την Ενέργεια και τις υποδομές.
Παράλληλα, η χώρα μετατρέπεται ολοένα περισσότερο σε κόμβο πολεμικής προετοιμασίας. Προβλέπονται περίπου 28 δισ. ευρώ στρατιωτικές προμήθειες σε ορίζοντα 12 ετών, ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες φτάνουν το 3,5% του ΑΕΠ και οι άμεσες ετήσιες δαπάνες ξεπερνούν τα 7 δισ. ευρώ. Παράλληλα, έχει οριστικοποιηθεί συμφωνία περίπου 3 δισ. ευρώ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Τα κέρδη από αυτή τη στροφή τα καρπώνονται οι επιχειρηματικοί όμιλοι. Ο λογαριασμός όμως επιστρέφει στον λαό, μεταξύ άλλων και μέσω νέων ευρωπαϊκών δανείων και προγραμμάτων, όπως το SAFE.
Και ενώ ακούμε για «δικαιότερη κατανομή των βαρών», το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο περιορίζει τις κρατικές δαπάνες. Ενδεικτικά, προβλέπεται ανώτατη αύξηση 3,1% το 2027 και 3% το 2028. Οι βασικές «ρήτρες διαφυγής» αφορούν επενδύσεις για τον πόλεμο και την ενεργειακή «ανθεκτικότητα».
Οι ίδιες δεσμεύσεις μεταφράζονται σε πολιτική μνημονίου διαρκείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο κανόνας «μία αποχώρηση – μία πρόσληψη» για τις μόνιμες προσλήψεις στο Δημόσιο, παρά τα μεγάλα κενά σε προσωπικό.
Και η ακρίβεια στην Ενέργεια δεν λύνεται με αλλαγή διαχειριστή. Η απελευθέρωση της αγοράς, το Χρηματιστήριο Ενέργειας, το εμπόριο ρύπων, η «πράσινη μετάβαση» και ο ενεργειακός ανταγωνισμός έχουν δημιουργήσει ένα πλαίσιο όπου η Ενέργεια αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και όχι ως κοινωνική ανάγκη.
Οι προτάσεις για διαφορετική διαχείριση της ΔΕΗ δεν απαντούν στο βασικό ζήτημα: όσο λειτουργεί με κριτήριο την κερδοφορία, το κράτος μπορεί να αλλάζει το ποσοστό συμμετοχής ή το μάνατζμεντ, αλλά η λαϊκή κατανάλωση συνεχίζει να επιβαρύνεται.
Το ίδιο ισχύει για τα χρέη. Η συζήτηση για 72 ή 120 δόσεις δεν αντιμετωπίζει τις αιτίες που διογκώνουν τα χρέη των λαϊκών οικογενειών και των αυτοαπασχολούμενων.
Ακόμη και οι προτάσεις για φορολογία του πλούτου συχνά παραμένουν αποσπασματικές. Χαρακτηριστικά, προτείνεται «πατριωτική εισφορά» 1% της καθαρής περιουσίας του 1% των Ελλήνων, χωρίς να διευκρινίζεται ποια φορολογικά βάρη θα αντικαταστήσει, για πόσο διάστημα και πώς θα υπολογιστεί η περιουσία σε offshore, φορολογικούς παραδείσους, διεθνείς μετοχές και ακίνητα στο εξωτερικό.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι αν θα αλλάξει ένα ποσοστό φόρου ή αν μια ρύθμιση θα έχει 72 ή 120 δόσεις. Είναι ότι ολόκληρο το πλαίσιο λειτουργεί με κριτήριο την κερδοφορία.
Γι' αυτό και το δίλημμα του «μικρότερου κακού» έχει αποδειχθεί αδιέξοδο. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, όμως η βασική κατεύθυνση παραμένει: περισσότερα βάρη για τον λαό, περισσότερα προνόμια για το κεφάλαιο.
Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Χρειάζονται ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, Συλλογικές Συμβάσεις, 35ωρο–5ήμερο–7ωρο, 13ος και 14ος μισθός και σύνταξη, κατάργηση του ΦΠΑ στα είδη πλατιάς κατανάλωσης και των έμμεσων φόρων σε καύσιμα και ρεύμα, αφορολόγητο 12.000 ευρώ για τους αυτοαπασχολούμενους, κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης και του προκαταβαλλόμενου φόρου, προστασία της λαϊκής κατοικίας, δημόσια και δωρεάν Υγεία και Παιδεία και απεμπλοκή της χώρας από τους πολεμικούς σχεδιασμούς.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα το ίδιο σύστημα. Το ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει για την «ανάπτυξη»: ο λαός ή αυτοί που κερδίζουν από αυτήν; Στα δύσκολα που έρχονται, κανείς δεν πρέπει να μείνει θεατής. Η ΔΕΘ πρέπει να γίνει αφετηρία αγώνα, διεκδίκησης και ανατροπής.
🔴Η ΠΕΣΕΚ για εξαγγελίες Μητσοτάκη από 90ή ΔΕΘ: Ψίχουλα και «δημοσιονομική πειθαρχία» για συνταξιούχους και εργαζομένους, δισεκατομμύρια για κεφάλαιο, εκμετάλλευση και πολεμική οικονομία
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου